ἀκᾷ

ἀκή
point
fem dat sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀκά — ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc/acc dual ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄκα — Ἄκᾱ , Ἄκης masc nom/voc/acc dual Ἄκης masc voc sg Ἄκᾱ , Ἄκης masc gen sg (doric aeolic) Ἄκης masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκα — ἄκᾱ , ἄκος cure neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άκα Λαρέντα — (Αcca Larentia). Μυθολογικό πρόσωπο. Σύζυγος του βοσκού Φαυστύλου και τροφός του Ρώμου και του Ρωμύλου, ιδρυτών της Ρώμης. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ήταν ερωμένη του Ηρακλή. Τρίτη εκδοχή τη θέλει σύζυγο ενός πλούσιου Ετρούσκου, του Ταρούτιου, την …   Dictionary of Greek

  • καρ(ρ)άκα — η τύπος μεσαιωνικού υψίπρυμνου τριίστιου ή τετραΐστιου εμπορικού ιστιοφόρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. caraque < αραβ. karraka] …   Dictionary of Greek

  • Ὦκα — Ἄκᾱ , Ἄκης masc nom/voc/acc dual Ἄκα , Ἄκης masc voc sg Ἄκᾱ , Ἄκης masc gen sg (doric aeolic) Ἄκα , Ἄκης masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὦκ' — Ἄκα , Ἄκης masc voc sg Ἄκα , Ἄκης masc nom sg (epic) Ἄκαι , Ἄκης masc nom/voc pl Ἄκᾱͅ , Ἄκης masc dat sg (doric aeolic) Ἄκι , Ἄκις fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .ακ' — ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc/acc dual ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀκαί , ἀκή point fem nom/voc pl ἀκί , ἀκίς pointed object fem voc sg ἐκά , ἐκάς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .αχ' — ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc/acc dual ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀκαί , ἀκή point fem nom/voc pl ἀκί , ἀκίς pointed object fem voc sg ἐκά , ἐκάς fem voc sg ἀ̱χά̱ , ἠχή sound fem nom/voc/acc dual (doric) ἀ̱χά̱ , ἠχή sound fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀκ' — ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc/acc dual ἀκά̱ , ἀκή point fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀκαί , ἀκή point fem nom/voc pl ἀκί , ἀκίς pointed object fem voc sg ἐκά , ἐκάς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.